Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

επάξιος < επάξιος, -ια, -ιο (επίθετο) < αρχ. ἐπάξιος < ἐπί + ἄξιος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

επάξιος

  1. αντάξιος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία