Αυτό το λήμμα χρειάζεται επιμέλεια,
ώστε να ανταποκρίνεται σε υψηλότερες προδιαγραφές συντακτικής ποιότητας ή μορφοποίησης.
Δείτε επίσης: εξαίρετος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εξαιρετός σύνθετη λέξη από την <πρόθεση εξ+ αἱρῶ, ο δυνάμενος να εξαιρεθεί, όπως διαλυτός (= δυνάμενος να διαλυθεί)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

εξαιρετός θηλυκό -ή, ουδέτερο -τόν

ΣημείωσηΕπεξεργασία

Στα ρηματικά επίθετα σε -τος, όταν υπάρχει η έννοια του δυνατού διαηρούν τον τόνο στη λήγουσα και είναι τρικατάληκτα, όπως εδώ, ενώ, αν στη σύνθεση υπάρχει η έννοια του παθητικού παρακειμένου αναβιβάζουν τον τόνο και είναι δικατάληκτα, όπως εξαίρετος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία