Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το εννιάρι τα εννιάρια
      γενική του εννιαριού των εννιαριών
    αιτιατική το εννιάρι τα εννιάρια
     κλητική εννιάρι εννιάρια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
τα τέσσερα εννιάρια της τράπουλας
 
το εννιάρι μιας ομάδας μπάσκετ

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εννιάρι < εννι(ά) + -άρι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εννιάρι ουδέτερο

  1. το ψηφίο εννιά
  2. (κατʼ επέκταση) κάθε τι που αποτελείται από εννιά ομοειδή αντικείμενα
    • διαμέρισμα με εννιά κύρια δωμάτια
  3. (κατʼ επέκταση) κάθε τι που αποτελεί τυποποιημένο μέγεθος 9
  4. (αθλητισμός) ποδοσφαιριστής που αγωνίζεται στην κεντροεπιθετική θέση της σύνθεσης

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία