Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ελευθερόφρων
ελευθερόφρονας
η ελευθερόφρων το ελευθερόφρον
      γενική του ελευθερόφρονος
ελευθερόφρονα
της ελευθερόφρονος του ελευθερόφρονος
    αιτιατική τον ελευθερόφρονα την ελευθερόφρονα το ελευθερόφρον
     κλητική ελευθερόφρων
ελευθερόφρονα
ελευθερόφρων ελευθερόφρον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ελευθερόφρονες οι ελευθερόφρονες τα ελευθερόφρονα
      γενική των ελευθεροφρόνων των ελευθεροφρόνων των ελευθεροφρόνων
    αιτιατική τους ελευθερόφρονες τις ελευθερόφρονες τα ελευθερόφρονα
     κλητική ελευθερόφρονες ελευθερόφρονες ελευθερόφρονα
Οι δεύτεροι τύποι του αρσενικού, νεότερες μορφές.
Κατηγορία όπως «μετριόφρων» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ελευθερόφρων < ελεύθερ(ος) + -ό- + -φρων

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ελευθερόφρων

  1. που έχει ελεύθερη σκέψη
  2. που δεν έχει ποικίλες προκαταλήψεις

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία