Δείτε επίσης: ἐκτομή

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εκτομή οι εκτομές
      γενική της εκτομής των εκτομών
    αιτιατική την εκτομή τις εκτομές
     κλητική εκτομή εκτομές
όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ελληνιστική λέξη < αρχαία ελληνική ἐκτομή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εκτομή θηλυκό

  1. αφαίρεση με τομή
  2. (αστρονομία): η διάβρωση που υφίσταται μετεωρίτης, λόγω τριβής, κατά τη διέλευσή του στη γήινη ατμόσφαιρα.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία