Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εθνομάρτυρας < έθνος + μάρτυς /μάρτυρας

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εθνομάρτυρας αρσενικό

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία