Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο δεκαπενταυγουστιάτικος η δεκαπενταυγουστιάτικη το δεκαπενταυγουστιάτικο
      γενική του δεκαπενταυγουστιάτικου της δεκαπενταυγουστιάτικης του δεκαπενταυγουστιάτικου
    αιτιατική τον δεκαπενταυγουστιάτικο τη δεκαπενταυγουστιάτικη το δεκαπενταυγουστιάτικο
     κλητική δεκαπενταυγουστιάτικε δεκαπενταυγουστιάτικη δεκαπενταυγουστιάτικο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι δεκαπενταυγουστιάτικοι οι δεκαπενταυγουστιάτικες τα δεκαπενταυγουστιάτικα
      γενική των δεκαπενταυγουστιάτικων των δεκαπενταυγουστιάτικων των δεκαπενταυγουστιάτικων
    αιτιατική τους δεκαπενταυγουστιάτικους τις δεκαπενταυγουστιάτικες τα δεκαπενταυγουστιάτικα
     κλητική δεκαπενταυγουστιάτικοι δεκαπενταυγουστιάτικες δεκαπενταυγουστιάτικα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία επεξεργασία

δεκαπενταυγουστιάτικος < δεκαπενταύγουστ(ος) + -ιάτικος

  Επίθετο επεξεργασία

δεκαπενταυγουστιάτικος, -η, -ο

  • που έχει σχέση με τον δεκαπενταύγουστο, αναφέρεται σ’ αυτόν ή συμβαίνει κατά τη διάρκειά του
    Δεκαπενταυγουστιάτικο προσκύνημα στην Παναγιά την Αθηνιώτισσα, γνωστή και ως Παρθενώνας... (*)

Συγγενικά επεξεργασία

  Μεταφράσεις επεξεργασία