Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δίτομος < δι- ( < δίς) + -τομος ( < τόμος)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δίτομος -η -ο

  • που αποτελείται από δύο τόμους
δίτομο λεξικό, δίτομη εγκυκλοπαίδεια

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία