Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γκλάβα γκλάβες
γενική γκλάβας
αιτιατική γκλάβα γκλάβες
κλητική γκλάβα γκλάβες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γκλάβα < σλαβική glava (κεφάλι) < πρωτοσλαβική γλώσσα *golva

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γκλάβα θηλυκό

  1. κεφάλι, κρανίο
  2. μυαλό

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • λέω/κάνω/πράττω ότι κατεβάσει η γκλάβα μου: για άτομο που δεν έχει αυτοσυγκράτηση και άμεσα ενεργεί χωρίς να επεξεργαστεί αρκετά ένα διανοητικό του ερέθισμα, άτομο με μη επαρκώς λειτουργική προζωστρίδα (πρόσθιος προσαγώγιος φλοιός)
  • κόβει η γκλάβα μου: κόβει το μυαλό μου / το κεφάλι μου

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία