Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γενέθλη < γίγνομαι / γενεά + -θλον ή απο τον αόριστο ἐγεννήθην του γεννάω-γεννῶ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γενέθλη θηλυκό (και γένεθλον ρίζα και -θλον)

  1. γέννηση, γενέθλια, ημέρα γέννησης
    • γενέθλας ἀρχά
  2. φυλή, γενεά, οικογένεια, συγγένεια
    • σῆς ἐξ αἵματός εἰσι γενέθλης (:εξ αίματος συγγένεια, εξ αίματος καταγωγή, γενεά)
  3. τόπος παραγωγής, τόπος γέννησης ή ιδιότητα
    • ἦρχον τηλόθεν ἐξ Ἀλύβης, ὅθεν ἀργύρου ἐστὶ γενέθλη (: από την Αλύβη, τόπο με πολλά κοιτάσματα αργύρου)
    • Παιήονός εἰσι γενέθλης (:<ο καθένας> παριστάνει το γιατρό, λες και γεννήθηκε γιατρός, γιατρός εκ γενετής)
  4. απόγονος, γένος
    εἰ τὰ θνητῶν μὴ καταισχύνεσθ᾽ ἔτι γένεθλα (: αλλά αν δεν σέβεσαι το ανθρώπινο είδος, τα παιδιά των ανθρώπων, των θνητών -Σοφοκλής, Οιδ. Τύρ. 1425)


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία