Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο γελασμένος η γελασμένη το γελασμένο
      γενική του γελασμένου της γελασμένης του γελασμένου
    αιτιατική τον γελασμένο τη γελασμένη το γελασμένο
     κλητική γελασμένε γελασμένη γελασμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι γελασμένοι οι γελασμένες τα γελασμένα
      γενική των γελασμένων των γελασμένων των γελασμένων
    αιτιατική τους γελασμένους τις γελασμένες τα γελασμένα
     κλητική γελασμένοι γελασμένες γελασμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γελασμένος < από τον παθητικό παρακείμενο του ρήματος γελώ.

  ΜετοχήΕπεξεργασία

γελασμένος αρσενικό, γελασμένη θηλυκό, γελασμένο ουδέτερο

  1. που γελάει
  2. αδαής με ειρωνικό τρόπο


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία