↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο γαγγραινικός η γαγγραινική το γαγγραινικό
      γενική του γαγγραινικού της γαγγραινικής του γαγγραινικού
    αιτιατική τον γαγγραινικό τη γαγγραινική το γαγγραινικό
     κλητική γαγγραινικέ γαγγραινική γαγγραινικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι γαγγραινικοί οι γαγγραινικές τα γαγγραινικά
      γενική των γαγγραινικών των γαγγραινικών των γαγγραινικών
    αιτιατική τους γαγγραινικούς τις γαγγραινικές τα γαγγραινικά
     κλητική γαγγραινικοί γαγγραινικές γαγγραινικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
γαγγραινικός < ελληνιστική γαγγραινικός < γάγγραινα

  Επίθετο

επεξεργασία

γαγγραινικός, -ή, -ό

Συγγενικά

επεξεργασία
→ δείτε τη λέξη  γάγγραινα

  Μεταφράσεις

επεξεργασία