Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βραδιάζω < μεσαιωνική ελληνική βραδιάζω < βράδυ + -ιάζω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈvɾa.ðʝa.zɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

βραδιάζω, πρτ.: βράδιασα, στ.μέλλ.: θα βραδιάσω, αόρ.: βράδιασα, παθ.φωνή: βραδιάζομαι

  1. φτάνει το βράδυ ενώ εξακολουθώ να κάνω κάτι ή να βρίσκομαι κάπου
    πήγαμε πρωινή επίσκεψη στον αδελφό μου και βραδιάσαμε εκεί
     συνώνυμα: νυχτώνω, βραδιάζομαι
  2. (σε σχήμα υπερβολής, για να δηλωθεί καθυστέρηση, αργοπορία, χάσιμο χρόνου)
    έλα πια, μπες στο θέμα, βραδιάσαμε! (αργείς τόσο πολύ που βράδιασε)
  3. (στο γ' ενικό, απρόσωπο) βραδιάζει: έρχεται το βράδυ

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία