Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βακτηριολογία οι βακτηριολογίες
      γενική της βακτηριολογίας των βακτηριολογιών
    αιτιατική τη βακτηριολογία τις βακτηριολογίες
     κλητική βακτηριολογία βακτηριολογίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βακτηριολογία < βακτήριο + επίθημα -λογία (λέγω).

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βακτηριολογία θηλυκό

  1. (μικροβιολογία): Η μελέτη των βακτηρίων που αποτελεί επιμέρους κλάδο της μικροβιολογίας.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία