Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το βέλασμα τα βελάσματα
      γενική του βελάσματος των βελασμάτων
    αιτιατική το βέλασμα τα βελάσματα
     κλητική βέλασμα βελάσματα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βέλασμα < βελάζω βελασ- + -μα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βέλασμα ουδέτερο

  • η χαρακτηριστική φωνή (μπεε) των αιγοπροβάτων

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία