Ελληνικά (el) Επεξεργασία

Αυτό το λήμμα χρειάζεται επιμέλεια,
ώστε να ανταποκρίνεται σε υψηλότερες προδιαγραφές συντακτικής ποιότητας ή μορφοποίησης.
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αυθαιρεσία οι αυθαιρεσίες
      γενική της αυθαιρεσίας των αυθαιρεσιών
    αιτιατική την αυθαιρεσία τις αυθαιρεσίες
     κλητική αυθαιρεσία αυθαιρεσίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αυθαιρεσία < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αυθαιρεσία θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία