Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ατέλεια ατέλειες
γενική ατέλειας ατελειών
αιτιατική ατέλεια ατέλειες
κλητική ατέλεια ατέλειες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ατέλεια < αρχαία ελληνική ἀτέλεια < ἀτελής< ἀ- στερητικό + τέλος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ατέλεια θηλυκό

  1. η έλλειψη υποχρέωσης για πληρωμή δασμών ή φόρων, η απαλλαγή από αυτούς.
  2. το ελάττωμα


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία