Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η απόφυση οι αποφύσεις
      γενική της απόφυσης
αποφύσεως*
των αποφύσεων
    αιτιατική την απόφυση τις αποφύσεις
     κλητική απόφυση αποφύσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απόφυση < αρχαία ελληνική ἀπόφυσις < ἀποφύω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /aˈpo.fi.si/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

 
η σκωληκοειδής απόφυση, κάτω και αριστέρα

απόφυση θηλυκό

  1. (βιολογία), (ζωολογία), (ανατομία): οποιαδήποτε προεκβολή από το σώμα οποιουδήποτε ζώου, π.χ. άκρα, ουρά, κεραίες κ.λπ.
  2. (ανθρωπολογία): φυσιολογικό, μη ανώμαλο εξόγκωμα οστού ή οργάνου του σώματος
    σκωληκοειδής απόφυση, στυλοειδής απόφυση της ωλένης
  3. ...

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία