Δείτε επίσης: ἀντισήκωμα

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αντισήκωμα τα αντισηκώματα
      γενική του αντισηκώματος των αντισηκωμάτων
    αιτιατική το αντισήκωμα τα αντισηκώματα
     κλητική αντισήκωμα αντισηκώματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αντισήκωμα < ελληνιστική κοινή ἀντισήκωμα < αρχαία ελληνική ἀντισηκόω / ἀντισηκῶ < ἀντι- + σηκόω / σηκῶ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /an.diˈsi.ko.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: α‐ντι‐σή‐κω‐μα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αντισήκωμα ουδέτερο

  1. (παρωχημένο, νομική) τα χρήματα εξαγοράς μιας υποχρεωτικής υπηρεσίας, π.χ. στράτευσης
  2. (παρωχημένο) αντάλλαγμα
  3. (παρωχημένο) τίμημα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία