Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αντίλημμα τα αντιλήμματα
      γενική του αντιλήμματος των αντιλημμάτων
    αιτιατική το αντίλημμα τα αντιλήμματα
     κλητική αντίλημμα αντιλήμματα
όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αντίλημμα < αντιλαμβάνομαι • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αντίλημμα} ουδέτερο

  • (φιλοσοφία) το κατανόημα, μεμονωμένη αντιληφθείσα πληροφορία, αντικείμενο κατανόησης-αντίληψης, κάτι αντιληπτό, κάτι που κατανοήθηκε

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία