Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ανθήλη οι ανθήλες
      γενική της ανθήλης των ανθηλών
    αιτιατική την ανθήλη τις ανθήλες
     κλητική ανθήλη ανθήλες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανθήλη < αρχαία ελληνική ἀνθήλη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ανθήλη θηλυκό, πληθυντικός ανθήλες

  1. ο θύσανος, η φούντα διαφόρων φυτών όπως καλαμιών, δημητριακών κ.ά.
  2. είδος ταξιανθίας

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία