Δείτε επίσης: ἀνακαινίζω

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανακαινίζω < ελληνιστική κοινή ἀνακαινίζω < αρχαία ελληνική καινίζω < καινός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.na.kε.'ni.zo/

  ΡήμαΕπεξεργασία

ανακαινίζω (παθητική φωνή: ανακαινίζομαι)

  • κάνω ορισμένες επιδιορθώσεις, βελτιώσεις ή τροποποιήσεις σε κάτι παλαιό, ώστε να γίνει σαν καινούργιο ή να λειτουργεί καλύτερα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία