Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αμηχανία οι αμηχανίες
      γενική της αμηχανίας των αμηχανιών
    αιτιατική την αμηχανία τις αμηχανίες
     κλητική αμηχανία αμηχανίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αμηχανία < αρχαία ελληνική ἀμηχανία. Η αρχική σημασία ήταν ένδεια λόγω απουσίας οικονομικών πόρων

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αμηχανία θηλυκό

  1. η αδυναμία συμπεριφοράς και αντίδρασης με τον πρέποντα τρόπο· το να μη μπορεί κάποιος να πει ή να κάνει αυτό που είναι κατάλληλο
    ένιωσα αμηχανία, όταν τον είδα να απομακρύνει το βλέμμα του
  2. συναίσθημα σύγχυσης και αναστάτωσης που προκαλείται από κάτι ξαφνικό κι αναπάντεχο
    η αμηχανία την έκανε να μην μπορεί να κοιμηθεί

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία