Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
Amaryllis belladonna
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αμαρυλλίδα οι αμαρυλλίδες
      γενική της αμαρυλλίδας των αμαρυλλίδων
    αιτιατική την αμαρυλλίδα τις αμαρυλλίδες
     κλητική αμαρυλλίδα αμαρυλλίδες
Κατηγορία όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αμαρυλλίδα < αρχαία ελληνική Ἀμαρυλλίς

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αμαρυλλίδα θηλυκό

  1. (βοτανική) φυτό που ανήκει στο είδος κρίνου (Amaryllis belladonna)
  2. (βοτανική) φυτό που ανήκει στο γένος Ιππίαστρον (Hippeastrum)

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία