Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αλογονούχος η αλογονούχα το αλογονούχο
      γενική του αλογονούχου της αλογονούχας του αλογονούχου
    αιτιατική τον αλογονούχο την αλογονούχα το αλογονούχο
     κλητική αλογονούχε αλογονούχα αλογονούχο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αλογονούχοι οι αλογονούχες τα αλογονούχα
      γενική των αλογονούχων των αλογονούχων των αλογονούχων
    αιτιατική τους αλογονούχους τις αλογονούχες τα αλογονούχα
     κλητική αλογονούχοι αλογονούχες αλογονούχα
Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αλογονούχος < αλογόνο + -ούχος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αλογονούχος, -α, -ο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία