Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αλκαλικότητα οι αλκαλικότητες
      γενική της αλκαλικότητας των αλκαλικοτήτων
    αιτιατική την αλκαλικότητα τις αλκαλικότητες
     κλητική αλκαλικότητα αλκαλικότητες
όπως «σάλπιγγα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αλκαλικότητα < αλκαλικός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αλκαλικότητα θηλυκό

  1. (χημεία), (βιοχημεία), (βιολογία): η ιδιότητα ή η κατάσταση του αλκαλικού.
  2. (χημεία): η ποσότητα αλκαλίου ή βάσης σ΄ ένα διάλυμα, που συχνά εκφράζεται σε pH

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία