Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αληθοφάνεια οι αληθοφάνειες
      γενική της αληθοφάνειας των αληθοφανειών
    αιτιατική την αληθοφάνεια τις αληθοφάνειες
     κλητική αληθοφάνεια αληθοφάνειες
Συνήθως στον ενικό.
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αληθοφάνεια < αληθοφαν(ής) + -εια, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική vraisemblance
(η λέξη μαρτυρείται από το 1853)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αληθοφάνεια θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία