Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αλευρώδης η αλευρώδης το αλευρώδες
      γενική του αλευρώδους της αλευρώδους του αλευρώδους
    αιτιατική τον αλευρώδη την αλευρώδη το αλευρώδες
     κλητική αλευρώδη(ς) αλευρώδης αλευρώδες
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αλευρώδεις οι αλευρώδεις τα αλευρώδη
      γενική των αλευρωδών των αλευρωδών των αλευρωδών
    αιτιατική τους αλευρώδεις τις αλευρώδεις τα αλευρώδη
     κλητική αλευρώδεις αλευρώδεις αλευρώδη
Κατηγορία όπως «ελώδης» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αλευρώδης < αλεύρι + -ώδης

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αλευρώδης, -ης, -ες

  1. αυτός που μοιάζει με αλεύρι σε υφή ή κατάσταση
  2. αυτός που περιέχει ποσότητα αλεύρου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία