Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ακατανοησία οι ακατανοησίες
      γενική της ακατανοησίας των ακατανοησιών
    αιτιατική την ακατανοησία τις ακατανοησίες
     κλητική ακατανοησία ακατανοησίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακατανοησία < ακατανόητος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ακατανοησία θηλυκό (ο πληθυντικός αδόκιμος)

  1. ενέργεια η φράση που είναι ακατανόητη (κατά το ασυναρτησία και το ανοησία) , το ακατάληπτο
  2. έλλειψη κατανόησης προς τους άλλους, απονιά

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία