Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αιματολογικός αιματολογική αιματολογικό
γενική αιματολογικού αιματολογικής αιματολογικού
αιτιατική αιματολογικό αιματολογική αιματολογικό
κλητική αιματολογικέ αιματολογική αιματολογικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αιματολογικοί αιματολογικές αιματολογικά
γενική αιματολογικών αιματολογικών αιματολογικών
αιτιατική αιματολογικούς αιματολογικές αιματολογικά
κλητική αιματολογικοί αιματολογικές αιματολογικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

αιματολογικός < → Η ετυμολογία λείπει.

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αιματολογικός

  1. ο σχετικός με την αιματολογία και τις εργαστηριακές αναλύσεις του αίματος


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία