Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αδελφάτο τα αδελφάτα
      γενική του αδελφάτου των αδελφάτων
    αιτιατική το αδελφάτο τα αδελφάτα
     κλητική αδελφάτο αδελφάτα
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αδελφάτο < αδελφός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αδελφάτο ουδέτερο

  1. η αδελφότης, ενίοτε δηλαδή η ένωση κοντινών προσώπων που επιδιώκουν κοινό σκοπό, έχουσα δεσμούς στενούς και φιλικούς μεταξύ των μελών της.
  2. (ειρωνικό) το σύνολο των ομοφυλοφίλων

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία