Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αγαθαρχικός η αγαθαρχική το αγαθαρχικό
      γενική του αγαθαρχικού της αγαθαρχικής του αγαθαρχικού
    αιτιατική τον αγαθαρχικό την αγαθαρχική το αγαθαρχικό
     κλητική αγαθαρχικέ αγαθαρχική αγαθαρχικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αγαθαρχικοί οι αγαθαρχικές τα αγαθαρχικά
      γενική των αγαθαρχικών των αγαθαρχικών των αγαθαρχικών
    αιτιατική τους αγαθαρχικούς τις αγαθαρχικές τα αγαθαρχικά
     κλητική αγαθαρχικοί αγαθαρχικές αγαθαρχικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγαθαρχικός < μεσαιωνική ελληνική αγαθάρχης

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αγαθαρχικός, -η, -ον

  • (θρησκεία) αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην αγαθαρχία του Θεού
  • (νεοελλ.) αυτος που διέπεται από αγαθές (καλές) αρχές

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία