Ελληνικά (el)Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αγαθαρχία οι αγαθαρχίες
      γενική της αγαθαρχίας των αγαθαρχιών
    αιτιατική την αγαθαρχία τις αγαθαρχίες
     κλητική αγαθαρχία αγαθαρχίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγαθαρχία < μεσαιωνική ελληνική αγαθάρχης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αγαθαρχία θηλυκό, μόνο στον ενικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία