Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβροφροσύνη < αβρός + φρονώ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αβροφροσύνη θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία