Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβδελλάς < ἀβδελλᾶς < ἀβδέλλα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αβδελλάς αρσενικό

  • ο έμπορος που παλαιότερα τριγυρνούσε στις γειτονιές και πουλούσε βδέλλες για την αντιμετώπιση διαφόρων ασθενειών, ο βδελλοπώλης
  • το άτομο που μάζευε βδέλλες όπως π.χ. αθίγγανοι και άλλοι που έμπαιναν σε βάλτους ώστε να κολλήσουν οι βδέλλες στα πόδια τους και μετά να τις αποκολλήσουν για να τις πουλήσουν

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία