Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ίδρος < μεσαιωνική ελληνική ίδρος < αρχαία ελληνική ἱδρώς

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ίδρος αρσενικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία