Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το άγμα τα άγματα
      γενική του άγματος των αγμάτων
    αιτιατική το άγμα τα άγματα
     κλητική άγμα άγματα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άγμα < αρχαία ελληνική ἄγνυμι (θραύω, σπάω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

άγμα ουδέτερο

  1. ρινικός φθόγγος (ρινικό σύμφωνο) που σχηματίζεται στο πίσω μέρος του ουρανίσκου (μαλακή υπερώα) και μοιάζει ακουστικά με με τον φθόγγο [n] (με τη διαφορά ότι ο τελευταίος σχηματίζεται στο μπροστινό μέρος του στόματος ανάμεσα στη γλώσσα και στα φατνία των ούλων και όχι στον ουρανίσκο)
  2. το σύμβολο [ŋ] του φθόγγου αυτού στο Διεθνές Φωνητικό Αλφάβητο
Σημείωση
Στη γραφή ο φθόγγος αυτός συμβολίζεται με το γράμμα γάμα: <γ>.
Παραδείγματα λέξεων με άγμα στην προφορά τους
αγχος [áŋχos], άγγαρία [aŋgaría], αγχόνη [aŋχóni], έγχορδο [éŋχorδo], αγκάθι [aŋgáθi], έγγραφο [éŋγrafo], έγκατα [éŋgata], συγγραφέας [siŋγraféas], ελέγχω [eléŋχo], σαλπιγκτής [salpiŋktís], πλαγκτόν [plaŋktón].

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία