Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἄγνυμι < πιθανόν συγγενές του ῥήγνυμι, ρίζα -Fαγ- ή -αγ- και πρόσφυμα -νυ- (ἄγνυμι) ή κατά τα βαρύτονα, ἀγνύω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ἄγνυμι

  1. συντρίβω, θλω, σπάζω, κομματιάζω (συνήθως σύνθετο, ως κατάγνυμι)
    ἐπέρεισε δὲ ἶν᾽ ἀπέλεθρον, εἴσω δ᾽ ἀσπίδ᾽ ἔαξε βαλὼν μυλοειδέϊ πέτρῳ, Ιλιάδα, 7.270
  2. διαχέω, διασκορπίζω
  3. ακολουθώ πορεία μη ευθεία, σπαστή, ελικοειδή
    ποταμὸς περὶ καμπὰς πολλὰς ἀγνύμενος
  4. η μετοχή παρακειμένου κατεαγώς σημαίνει καταβεβλημένος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία