Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Χανιώτης Χανιώτες
γενική Χανιώτη Χανιωτών
αιτιατική Χανιώτη Χανιώτες
κλητική Χανιώτη Χανιώτες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Χανιώτης < Χανιά + -ιώτης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Χανιώτης αρσενικό, θηλυκό Χανιώτισσα

  • ο κάτοικος του Χανίων ή αυτός που κατάγεται από την πόλη αυτή

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία