Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Φουρνιώτης < Φούρνοι + -ιώτης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Φουρνιώτης αρσενικό, θηλυκό Φουρνιώτισσα

  1. (πατριδωνυμικό) ο κάτοικος ή αυτός που κατάγεται από τους Φούρνους Ικαρίας

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία