Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Μαυροκορδάτος οι Μαυροκορδάτοι
      γενική του Μαυροκορδάτου των Μαυροκορδάτων
    αιτιατική τον Μαυροκορδάτο τους Μαυροκορδάτους
     κλητική Μαυροκορδάτο
(Μαυροκορδάτε)
Μαυροκορδάτοι
Ονοματεπώνυμα - όπως «Δημητράκος (υπνάκος)» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Μαυροκορδάτος < μεσαιωνική ελληνική Μαυροκορδάτος < μαυρο- + μεσαιωνική ελληνική κόρδα + -άτος

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Μαυροκορδάτος αρσενικό (θηλυκό Μαυροκορδάτου)

ΜεταγραφέςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΜεταγραφέςΕπεξεργασία



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Μαυροκορδάτος < (μαῦρος) μαυρο- + κόρδ(α) + -άτος

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Μαυροκορδάτος αρσενικό