Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Καρία οι Καρίες
      γενική της Καρίας των Καριών
    αιτιατική την Καρία τις Καρίες
     κλητική Καρία Καρίες
Συνήθως στον ενικό.
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Καρία < αρχαία ελληνική Καρία

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Καρία θηλυκό, μόνο στον ενικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Καρία θηλυκό, μόνο στον ενικό