Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

shift (en)

  1. η βάρδια
  2. η ελαφρά αλλαγή
  3. η μετάπτωση ανέμου, διάθεσης κλπ.
  4. ο μηχανισμός αλλαγής ταχυτήτων στο αυτοκίνητο
  5. πλήκτρο στο πληκτρολόγιο γραφομηχανών και υπολογιστών για την εναλλαγή πεζών - κεφαλαίων
  6. (γεωλογία) η μετάπτωση

  ΡήμαΕπεξεργασία

shift (en)

  1. αλλάζω, μεταβάλλομαι
  2. μετακινούμαι, αλλάζω θέση
  3. αλλάζω ταχύτητες στο αυτοκίνητο
    he shifted into fifth - πέρασε την πέμπτη
  1. μετακινώ κάτι, του αλλάζω θέση