Ετυμολογία

επεξεργασία
prospect < λατινική prospectus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος la < pro + specio

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

prospect (en)

  1. θέα
  2. προοπτική
  3. προσδοκία
  4. (αργκό, ΗΠΑ) υποψήφιο, δόκιμο μέλος λέσχης μηχανόβιων
    → δείτε τις λέξεις hangaround και patchholder

prospect (en)



  Ετυμολογία

επεξεργασία
prospect < (άμεσο δάνειο) αγγλική prospect

  Ουσιαστικό

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
prospect prospects

prospect (fr) αρσενικό

Συγγενικά

επεξεργασία