Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
cast casts

cast (en)

  1. καλούπι
    1. αποτύπωση από ή σε καλούπι
    2. γύψος (για κατάγματα)
  2. το σύνολο των ηθοποιών που συμμετέχουν σε μια παράσταση

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας cast
γ΄ ενικό ενεστώτα casts
αόριστος cast
παθητική μετοχή cast
ενεργητική μετοχή casting
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

cast (en)

  1. ρίχνω
  2. καλουπώνω ή φτιάχνω καλούπι
    • βάζω γύψο σε μέλος με κάταγμα