Γερμανικά (de) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Saft die Säfte
γενική des Safts
des Saftes
der Säfte
δοτική dem Saft
dem Safte
den Säften
αιτιατική den Saft die Säfte

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Saft < (κληρονομημένο) παλαιά άνω γερμανική saf < πρωτογερμανική *sapą < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sap- (γεύομαι)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /zaft/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Saft (de) αρσενικό

  1. χυμός φτιαγμένος από φρούτα ή λαχανικά
    Ich trinke einen Saft.
    Πίνω έναν χυμό.
  2. (βοτανική) ο χυμός δέντρου
  3. ο ζωμός
     συνώνυμα:: Brühe

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • Saft στη γερμανική Βικιπαίδεια