Γερμανικά (de) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Arzt die Ärzte
γενική des Arzts
des Arztes
der Ärzte
δοτική dem Arzt den Ärzten
αιτιατική den Arzt die Ärzte

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Arzt < παλαιά άνω γερμανική arzat < λατινική archiater < αρχαία ελληνική ἀρχίατρος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /aːɐ̯tst/
Arzt 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Arzt (de) αρσενικό (θηλυκό Ärztin)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία