Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-έτα < -έττα με απλοποίηση του διπλού < ττ > υποκοριστική κατάληξη θηλυκών από την (άμεσο δάνειο) ιταλική -etta ή (άμεσο δάνειο) γαλλική ett(e) +

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-έτα

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία