Arrows blue.png Δείτε επίσης: όπλο

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ὅπλον ουδέτερο, πληθυντικός ὅπλα, όπως αποδίδονται:

  1. εργαλεία και μέσα πολέμου
  2. ξάρτια, άρμενα και αναγκαία μέσα πλοίου
  3. εξαρτήσεις στρατιωτών
  4. γενικότερα ο οπλισμός

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία