Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὄνειρα ὀνείρατε ὀνείρατα
Γενική ὀνείρατος ὀνειράτοιν ὀνειράτων
Δοτική ὀνείρατι ὀνειράτοιν ὀνείρασι
Αιτιατική ὄνειρα ὀνείρατε ὀνείρατα
Κλητική ὄνειρα ὀνείρατε ὀνείρατα


Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ὄνειρον ὀνείρω ὄνειρα
Γενική ὀνείρου ὀνείροιν ὀνείρων
Δοτική ὀνείρ ὀνείροιν ὀνείροις
Αιτιατική ὄνειρον ὀνείρω ὄνειρα
Κλητική ὄνειρον ὀνείρω ὄνειρα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὄνειρον < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *oner

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ὄνειρον ουδέτερο